βωμός

βωμός
ὁ βωμός алтарь, жертвенник

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "βωμός" в других словарях:

  • βωμός — raised platform masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωμός — Τράπεζα επάνω στην οποία τοποθετούνταν οι προσφορές ή γίνονταν θυσίες στις θεότητες. Η αρχή του β. ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους. Σε πολλά μέρη βρέθηκαν πέτρες που χρονολογούνται από την τελευταία φάση της νεολιθικής εποχής, με κοιλότητες… …   Dictionary of Greek

  • βωμός — ο 1. χαμηλό κτίσμα για θυσίες, θυσιαστήριο: Στην αρχαιότητα οδηγούσαν στο βωμό πολλά σφάγια ως θυσία στους θεούς. 2. άλλη ονομασία για την Αγία Τράπεζα. 3. μτφ., ιερός σκοπός: Πολλοί θυσιάστηκαν στο βωμό της ελευθερίας κατά τη διάρκεια της… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βωμοῖο — βωμός raised platform masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωμοῖς — βωμός raised platform masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωμοῖσι — βωμός raised platform masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωμοῖσιν — βωμός raised platform masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωμοί — βωμός raised platform masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωμοῦ — βωμός raised platform masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωμούς — βωμός raised platform masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωμέ — βωμός raised platform masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»